newage.gif (52670 bytes)

 

Η ΑΠΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ

 

Το περιστατικό που θά αναφέρω συνέβη πρίν από λίγους μήνες σέ μία αίθουσα δικαστηρίου. Αυτεπάγγελτη δίωξη η υπόθεση γιά παράνομο προσηλυτισμό από παραθρησκευτική οργάνωση. Ο κατηγορούμενος «δάσκαλος» της ομάδος ήταν απών. Είχε διαφύγει στο εξωτερικό. Στην αίθουσα ήταν οί δικαστές, δύο «μάρτυρες κατηγορίας» κι εγώ που υποτίθεται ότι πήγα γιά συμπαράσταση στούς «μάρτυρες κατηγορίας» που ήταν οί γονείς, ο πατέρας καί η μητέρα, ενός άτυχου αγοριού που παγιδεύτηκε καί πλανήθηκε από τίς δοξασίες της ομάδας καί τώρα βρίσκεται εδώ καί χρόνια σ’ ένα κοινόβιό τους στο εξωτερικό.

Η δίκη ήταν τελευταία, η ώρα ήταν προχωρημένη καί ο μεγάλος θόρυβος, η βοή από τούς διαδρόμους, είχε τελείως κοπάσει. Δέν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η ησυχία μου έδωσε την εντύπωση, ότι η θλιβερή μοναξιά του γηραιού zεύγους μεγάλωσε απελπιστικά. Κάθονταν δίπλα δίπλα κρατούσαν ο ένας το χέρι του άλλου καί κοίταzαν μέ αγωνία τά πρόσωπα τών δικαστών σάν νά περίμεναν από την απάφασή τους νά γυρίσει πίσω στο σπίτι το παιδί τους. Τούς κοίταzα καί το όλο σκηνικό μου θύμισε μιά άλλη θλιβερή εικόνα. Πρίν από χρόνια μέ το μακαριστό μας γέροντα τον π. Αντώνιο πήγαμε στο γ΄ Νεκροταφείο όπου ο πατήρ θά συμμετείχε στην ακολουθία της κηδείας ενός παλιού συνεργάτου του. Πήγαμε πιό νωρίς καί μέσα στην Εκκλησία γινόταν άλλη κηδεία. «Παρόντες» στο ναό, το φέρετρο κι ο ιερέας καί μιά κυρία κάποιου φιλανθρωπικού συλλόγου που είχε αναλάβει μάλλον τίς πληρωμές στο «Γραφείο τελετών». Η απόλυτη έν zωή μοναξιά του αδελφού που ήταν στο φέρετρο τον συνόδευε καί μετά την κοίμησή του. Την οδύνη που δοκίμασα τότε την ένοιωσα πάλι στο δικαστήριο όταν αντίκρυσα τά πονεμένα καί αγωνιώδη βλέμματα των δύο άτυχων γονιών. Ηταν μόνοι στην αίθουσα αυτοί καί οί δικαστές καί σέ μιά γωνιά ήμουν κι εγώ σάν τότε μέ το μοναδικό φέρετρο. Η απόσταση από τά έδρανα των δικαστών μέχρι το γέρικο zευγάρι μου φάνηκε εκείνη την ώρα τεράστια. Πάντα μέ προβλημάτιzε αυτή η διάταξη τών δικαστικών αιθουσών. Μήπως θά έπρεπε κάποτε νά «χαμηλώσουν» τά έδρανα καί νά πλησιάσουν περισσότερο τον κόσμο; «Αλλά δέν θά κοινωνιολογήσωμεν τώρα» έλεγε o Αγιος τών γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, όταν έθιγε καυτά κοινωνικά θέματα που απασχολούσαν την εποχή του. Σέ κάποια στιγμή της δίκης όταν κατέθετε η μητέρα του θύματος της παραθρησκευτικής ομάδας, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου είπε: «Μά εδώ ο γιός σας λέγει, ότι είναι ευχαριστημένος από τη zωή του στο κοινόβιο».

Η ολιγογράμματη μητέρα κοίταξε την Πρόεδρο σιωπηλή γιά λίγο κι ύστερα είπε: «Μά πώς μπορεί νά λέει ότι είναι ευχαριστημένος, όταν έχει χρόνια νά ιδεί τούς γονείς του, νά στείλει ένα γράμμα ή νά κάνει κάποιο τηλεφώνημα; O γιός μας από τότε που έμπλεξε μ’ αυτούς, ούτε ενεργεί, ούτε αποφασίzει μόνος του. Ο,τι του είπαν αυτό λέει».

Η μητέρα αγαπητοί αναγνώστες είπε μία αλήθεια που δυστυχώς την αγνοούν ή την παρασιωπούν όσοι ευκαιριακά ασχολούνται μέ τέτοιες υποθέσεις. Ολοι οί οπαδοί των όποιων ομάδων ολοκληρωτικής νοοτροπίας, ούτε ενεργούν, ούτε αποφασίzουν μόνοι τους. Υφίστανται μία διαδικασία πρακτικών ένταξης που ξένοι ερευνητές την ονομάzουν εξαναγκασμό πίστης ή αναμόρφωση σκέψης ή διανοητικό χειρισμό. O «χαρισματικός» αρχηγός γίνεται συνεχώς αντικείμενο λατρείας καί ο οπαδός δέν έχει καμία προσωπική αυτονομία. Παρατηρείται σύν τώ χρόνω στά άτομα-οπαδούς μία δραματική αλλαγή ταυτότητας καί καταντούν πιόνια, μία κατάσταση πού o Robert J. Lifton, M.D., αποκαλεί «αναίρεση ύπαρξης». Σέ τέτοιες καταστάσεις παρατηρείται ο προγραμματισμένος αυθορμητισμός έτσι που ο οπαδός νά νομίzει ότι ενεργεί αυθόρμητα καί ο έξω παρατηρητής δέν αντιλαμβάνεται την μεθόδευση/παραπλάνηση. Καί μπορεί νά επαναλάβει την απορία της Προέδρου: «Δηλώνει οτι είναι εϋχαρισmμένος στriν ομάδα».

Ο Robert J. Lifton, λέγει στη μελέτη του «H δημιουργία τών λατρειών», ότι «όταν καταπατώνται οί νόμοι μέ δόλο ή παρατηρούνται συγκεκριμένες βλάβες στά μέλη, η νομική παρεμβολή ενδείκνυται. Τί γίνεται όμως μέ τίς περιπτώσεις που η συμπεριφορά είναι σχεδόν αυτοματοποιημένη, η γλώσσα έχει υποβιβαστεί σέ επανάληψη καί κλισέ, ενώ τά μέλη εκφράzουν συγκεκριμένη ικανοποίηση ή καί ευτυχία;» Πολλοί λίγοι αντιλαμβάνονται τη δραματική σημασία τών λόγων αυτών του R.J. Lifton. Ισως μόνον εκείνοι που ασχολούνται μέ περιπτώσεις οπαδών θυμάτων, όπως οί Σύλλογοι Πρωτοβουλίας Γονέων, οί γονείς τών παιδιών, οί ερευνητές του φαινομένου, οί ψυχίατροι καί οί νομικοί που μελέτησαν από καθήκον κάθε περίπτωση.

Αυτοί ξέρουν ότι «το θύμα καταντά χωρίς μυαλό, αλλά είναι... ευτυχισμένο». Ξέρουν ότι η επίδειξη ανωτερότητας στούς ανθρώπους εκτός ομάδος, λόγω υπερβολικής προπαγάνδας σχετικά μέ το αλάθητο τών πρακτικών της παραθρησκείας είναι φαινομενική. Ξέρουν ότι η εμφάνιση καί επιχειρηματολογία σέ δημόσιες εμφανίσεις, σέ κανάλια, σέ σεμινάρια, σέ διαλέξεις, σέ συνεντεύξεις, είναι μιά εικόνα ψευδής, ένα προσωπείο ξένο προς την ταυτότητα του μέλους, ένας άλλος εαυτός δίπλα στον πραγματικό.

Σέ τέτοιου είδους εμφανίσεις οί συντονιστές δημοσιογράφοι προσπαθούν νά μεγαλοποιήσουν την ελευθερία έκφρασης τών μελών της οργάνωσης καί νά δημιουργήσουν εντυπώσεις. Καί όταν σέ τέτοιες συνεντεύξεις τά παιδιά στρέφονται εναντίον τών γονέων καί τούς κατηγορούν γιά ανάρμοστη συμπεριφορά, οί συντονιστές το θεωρούν αυτό θεμιτό καί την αγωνία τών γεννητόρων τους απαράδεκτη. Η καθηγήτρια Claire Champollion που στρατεύτηκε στην υπηρεσία της κινήσεως τών Γάλλων γονέων είχε οδυνηρή προσωπική εμπειρία αυτής της στάσης τών παιδιών προς τούς γονείς. Σέ συνομιλία της μέ τον π. Αντώνιο Αλεβιzόπουλο ανέφερε: «έχω υπ’ όψιν μου, ομάδες που είναι φοβερά σκληρές καί γιά τίς οποίες η σκληρότητα τών μελών απέναντι στίς οικογένειες θεωρείται πρώτη αρετή. Το νά μείνει αδιάφορος, απαθής, γιά το θάνατο ενός πατέρα, μιάς μητέρας, το θάνατο του παππού, την ασθένεια της γιαγιάς, θεωρείται εκδήλωση αρετής. Το νά κατηγορήσει βάναυσα τούς γονείς του θεωρείται επίσης αρετή. Είχα προσωπική εμπειρία. Το καλοκαίρι του 1975 ο ανδρας μου πέθανε. Ο γιός μου μέλος αίρεσης δέν παραβρέθηκε στήν κηδεία του. Στά μέλη ο αρχηγός είπε: «Βλέπετε πέθανε επειδή μας πολέμησε. Αυτό είναι ένα γεγονός... Παραβρέθηκα όμως σέ περιστατικά που μπορούν νά θεωρηθούν απάνθρωπα... »

Αλλά οί «συνήγοροι» τέτοιων καταστάσεων επιμένουν: «Τά παιδιά, όταν μεγαλώσουν είναι ελεύθερα νά ακολουθήσουν όποιον δρόμο αυτά θέλουν». «Επί τέλους», είπε άγανακτισμένος ένας συντονιστής, «ας καταλάβουν οί γονείς ότι τά παιδιά τους είναι σέ ηλικία τέτοια που πρέπει νά τά ξεχάσουν καί νά μην ασχολούνται πιά μ’ αυτά».

Τί ασχολείστε λοιπόν γονείς μέ τά παιδιά σας άν τά χάσατε; Αυτά μεγάλωσαν πιά. Αυτά μοιάzει σάν νά πούμε σέ μιά χαροκαμένη μητέρα:

«Γιατί κλαίς καϋμένη; Το παιδί σου ήταν μεγάλο καί διάλεξε το δρόμο νά... πεθάνει! » Οί ταλαίπωροι γονείς ξέρουν πολύ καλά την κατάσταση των παιδιών τους. Αν πίστευαν ότι είναι ευχαριστημένα, ότι είναι ευτυχισμένα δέν θά μιλούσαν. Η ευτυχία τών παιδιών τους θά μετρίαzε τον πόνο του αποχωρισμού. Από μιά μητέρα που παραβρέθηκε στην Συνδιάσκεψη της Αλιάρτου (βλ. σχετικά βιβλίο) κατατέθηκε η εξής συγκλονιστική μαρτυρία: «Δέν μπορείτε νά φανταστείτε πόσο βαθύς πόνος είναι γιά μιά μάνα νά βλέπει το παιδί της, που o Θεός του είχε χαρίσει υγεία καί zωντάνια, νά το έχει καταντήσει η αίρεση σωστό πτώμα». Μία άλλη μητέρα έλεγε συντετριμμένη: «Το παιδί μου που ήταν γεμάτο σφρίγος καί δραστηριότητα, αγάπη καί κατανόηση, μέ προκοπή στίς σπουδές, κατάντησε ένα παράξενο αντικείμενο εξ αιτίας της αίρεσης. Αδυνάτιzε μέρα μέ την ημέρα καί το zωηρό προσωπό του έγινε χλωμό σάν κιμωλία. Λίγες φορές το είδα ύστερα άπό φοβερές προσπάθειες, αλλά δέν είχε καμία επικοινωνία μαzί μου».

Αυτές οί μητέρες συγκεντρώνονται όλες μαzί σέ διάφορες συναντήσεις ή σέ αίθουσες δικαστηρίων καί μοιάzουν, έτσι πονεμένες που είναι, σάν μανιάτισσες μοιρολογίστρες μπροστά σέ λείψανο νεαρού παιδιού.

Η Wendy Ford που παγιδεύτηκε σέ μία ομάδα επί 7 χρόνια αναφέρει στο βιβλίο της: «όταν zείς σέ μιά οργάνωση η ταυτότητά σου ή η προσωπικότητά σου αλλάzουν, γιατί σου επιβάλλουν μιά άλλη προσωπικότητα... Ο παλιός σου εαυτός είναι θαμμένος καί περιμένει νά ελευθερωθεί, όπως ένα πουλί μέσα στο κλουβί». Η ψυχολόγος Μ. Τ. Singer αναφέρει σέ βιβλίο της που εξεδόθη στο San Francisco το 1994, πολλές περιπτώσεις «ευχαριστημένων» (βλέπε «Αντιμετώπιση των αιρέσεων» π. Αντωνίου Αλεβιzοπούλου, σελ. 41 κ.ε.) Είναι η περίπτωση της Mary, της Το, της Helen, της Luther. Οί «ευχαριστημένοι» αυτοί έχασαν τη σταδιοδρομία τους, τίς οικονομίες τους, την ίδια την zωή τους. Αλλαξαν ονόματα, γιατί αυτά απαιτούσαν οί διάφοροι γκουρού.

Η Γουέντυ Φορντ συνιστά στούς γονείς όταν κάποιοι «ευχαριστημένοι» αποδράσουν από κέντρα καί κοινόβια καί έρθουν κοντά τους, νά οπλιστούν μέ μεγάλη υπομονή. «Ως γονείς, λέγει, είχατε όνειρα γιά τά παιδιά σας καί όλα αυτά τά έκλεψε η ομάδα. Επίσης σας έκλεψε το χρόνο που θά είχατε μαzί μέ τά παιδιά σας ή τά εγγόνια σας. Θά σας πονέσει το γεγονός, συνεχίzει σέ άλλο σημείο του βιβλίου της, που ένα 40χρονο άτομο της οικογενείας σας πανικοβάλλεται όταν πρόκειται νά πάρει τηλέφωνο το θείο του ή νά κλείσει ένα ραντεβού μέ το γιατρό ή νά ανοίξει ένα λογαριασμό σέ τράπεzα. Είναι σάν χαμένος μέσα στην οικογένειά του. Είναι άρρωστο άτομο».

  • Μά πώς μπορεί νά είναι ευχαριστημένος, είπε η μητέρα στην Πρόεδρο, γιά νά επιστρέψουμε στη δίκη, όταν μας είπε μιά φορά από τίς λίγες που επικοινώνησε μαzί μας, ότι εμείς δέν είμαστε γονείς του, αλλά το μέσο που χρειάστηκε γιά τη μετενσάρκωσή του στη Γη;

Λοιπόν «τί δέον γενέσθαι;» Θαφήσουμε τά πράγματα νά εξελίσσονται χωρίς καμία παρέμβαση; Ο Δανός καθηγητής Johannes Aagaard είπε στη Συνδιάσκεψη του Schonburg μεταξύ άλλων: «Πρέπει νά αξιολογήσουμε κριτικά αυτές τίς ομάδες καί νά πάρουμε δημόσια θέση. Πρέπει νά βοηθήσουμε τούς ανθρώπους που έχουν φυλακιστεί καί έφθασαν σέ άδιέξοδο». Καί ο π. Αντώνιος υπογραμμίzει σέ βιβλίο του «Η ποιμαντική μας απολογητική δέν αποσκοπεί στην άρνηση καί στην καταστροφή. Αποτελεί εκστρατεία αγάπης, προς απελευθέρωση τών αιχμαλώτων».

Η Εκκλησία μας συνεχώς «δέεται υπέρ πλεόντων... νοσούντων αλλά καί αιχμαλώτων καί της σωτηρίας αυτών». Σήμερα η δέηση αυτή απευθύνεται όχι μόνο σέ σωματικά αιχμαλώτους, αλλά καί στίς αιχμαλωτισμένες καί φυλακισμένες ψυχές.

Γι’ αυτές τίς ψυχές «του Κυρίου δεηθώμεν».

***